φάπα


φάπα
Προφορά

Ετυμολογία
φάπα ονοματοπ. λ., από τον ήχο φαπ

Ερμηνεία
ουσιαστικό
θηλυκό┘ η φάπα

✦ χτύπημα στο κεφάλι ή στο σβέρκο, καρπαζιά

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.