υποκείμενο
Προφορά
Ετυμολογία
υποκείμενο └ουδ┘ μτχ. του ρήματος υπόκειμαι
Ερμηνεία
ουσιαστικό
└ουδέτερο┘ το υποκείμενο
✦ πραγματικό ον που έχει την ικανότητα της σκέψης, της συνείδησης και της βούλησης και αποτελεί τον φορέα της δράσης και επιρροής
✦ (στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία) η ουσία που αποτελεί τη βάση και την αιτία όλων των φαινομένων |(ιατρ.) ον που υπόκειται σε παρατήρηση: τα υποκείμενα του πειράματος
✦ (νομ.) το άτομο ως φορέας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων
✦ (γραμμ.) κύριος όρος της πρότασης που δηλώνει αυτό για το οποίο γίνεται λόγος, αυτό που ενεργεί ή παθαίνει ή βρίσκεται σε μια κατάσταση
✦ (ειρων. ή χλευαστικά) πρόσωπο
Συνώνυμα
–
Αντίθετα
–
Επιρρήματα
–