τσιμεντόπλακα


τσιμεντόπλακα
Προφορά

Ετυμολογία
τσιμεντόπλακα τσιμέντο + πλάκα

Ερμηνεία
ουσιαστικό
θηλυκό┘ η τσιμεντόπλακα

✦ πλάκα συν. τετράγωνη από τσιμέντο, που χρησιμοποιείται για την επίστρωση δαπέδων, πεζοδρομίων κτλ

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.