τσιληπούρδημα


τσιληπούρδημα
Προφορά

Ετυμολογία
τσιληπούρδημα τσιλη(μ)πουρδώ

Ερμηνεία
ουσιαστικό
ουδέτερο το τσιληπούρδημα

✦ αυθάδεια, αναίδεια
✦ αταξία, ιδ. στα ερωτικά

Συνώνυμα
μπερμπάντεμα, μουρνταριά
Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.