τσικό


τσικό
Προφορά

Ετυμολογία
τσικό ισπαν. chico (= νεαρός)

Ερμηνεία
τσικό

✦ άκλ. (ποδόσφ.) έφηβοι ποδοσφαιριστές και η ομάδα που απαρτίζουν: τα τσικό του Παναθηναϊκού – του Ολυμπιακού – παίζει στα τσικό

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.