τσιγκελάκι


τσιγκελάκι
Προφορά

Ετυμολογία
τσιγκελάκι υποκορ. του τσιγκέλι

Ερμηνεία
ουσιαστικό
ουδέτερο το τσιγκελάκι

✦ είδος μεγάλης βελόνας που απολήγει σε άγκιστρο και χρησιμοποιείται στο πλέξιμο δαντέλας

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.