τσιγάρισμα


τσιγάρισμα
Προφορά

Ετυμολογία
τσιγάρισμα τσιγαρίζω

Ερμηνεία
ουσιαστικό
ουδέτερο το τσιγάρισμα

✦ καβούρντισμα
(μτφ. ) βασανισμός, ταλαιπώρηση

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.