σχολιασμός


σχολιασμός
Προφορά

Ετυμολογία
σχολιασμός σχολιάζω

Ερμηνεία
ουσιαστικό
αρσενικό┘ ο σχολιασμός

✦ σύνταξη ερμηνευτικών ή άλλων σχολίων, υπομνηματισμός κειμένου

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.