στομαχιάζω


στομαχιάζω
Προφορά

Ετυμολογία
στομαχιάζω στομάχι

Ερμηνεία
ρήμα στομαχιάζω

✦ παθαίνω δυσπεψία, έχω βάρος στο στομάχι: και προσοχή μη στομαχιάσετε με τ’ άσπρα ψωμάκια και το τυρί τους (Γ. Μπεράτης)

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.