σπονδείος


σπονδείος
Προφορά

Ετυμολογία
σπονδείος μεταγενέστερη ελληνική επίθετο σπονδεῖος

Ερμηνεία
ουσιαστικό
αρσενικό┘ ο σπονδείος

✦ όρος της μετρικής που σημαίνει τον πόδα τον αποτελούμενο από δύο μακρές συλλαβές

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.