σπιθίζω


σπιθίζω
Προφορά

Ετυμολογία
σπιθίζω θ. σπινθ- του αρχαίου ελληνικού σπινθήρ

Ερμηνεία
ρήμα σπιθίζω

✦ βγάζω σπίθες, σπιθοβολώ
(μτφ. ) λαμποκοπώ, φεγγοβολώ: σπιθίζανε τα πρώτα αστέρια (Π. Πρεβελάκης)

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.