σπετσέρης


σπετσέρης
Προφορά

Ετυμολογία
σπετσέρης └ιταλ┘spezieri

Ερμηνεία
ουσιαστικό
αρσενικό┘ ο σπετσέρης

✦ φαρμακοποιός: σύρε να φέρεις το γιατρό, το γιατρό και το σπετσέρη με τα φάρμακα στο χέρι (δημ. τραγ.)

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.