σπερμολογώ


σπερμολογώ
Προφορά

Ετυμολογία
σπερμολογώ αρχαία ελληνική σπερμολογέω-ῶ

Ερμηνεία
ρήμα σπερμολογώ -είς, -εί

✦ μαζεύω σπέρματα
(μτφ. ) διαδίδω αδέσποτες φήμες, κακολογώ, κουτσομπολεύω

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.