σπίλος


σπίλος
Προφορά

Ετυμολογία
σπίλος μεταγενέστερη ελληνική σπίλος

Ερμηνεία
ουσιαστικό
αρσενικό┘ ο σπίλος

✦ κηλίδα, λεκές
✦ μελάνωμα στο δέρμα, ελιά
(μτφ. ) ηθικό στίγμα

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.