σκασίλα


σκασίλα
Προφορά

Ετυμολογία
σκασίλα σκάση

Ερμηνεία
ουσιαστικό
θηλυκό┘ η σκασίλα

✦ μεγάλη στενοχώρια
✦ φρ. είχα μια σκασίλα ή σκασίλα μου, (ειρων.) μου είναι εντελώς αδιάφορο

Συνώνυμα
πλάνταγμα
Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.