σημαίνον


σημαίνον
Προφορά

Ετυμολογία
σημαίνον σημαίνω• μτχ. ενεργ. ενεστ.

Ερμηνεία
σημαίνον

✦ (γλωσσολ.) συστατικό στοιχείο του γλωσσικού σημείου το οποίο αναφέρεται στην ακουστική και γραπτή εικόνα του (λέξης)

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.