ρακιτζής


ρακιτζής
Προφορά

Ετυμολογία
ρακιτζής ρακί

Ερμηνεία
ουσιαστικό
αρσενικό┘ ο ρακιτζής

✦ αυτός που πουλά ή παράγει ρακί

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.