ραδιοφάρος


ραδιοφάρος
Προφορά

Ετυμολογία
ραδιοφάρος ράδιο- + φάρος

Ερμηνεία
ουσιαστικό
αρσενικό┘ ο ραδιοφάρος

✦ ραδιοηλεκτρικός σταθμός εκπομπής σημάτων για εξυπηρέτηση πλοίων ή αεροσκαφών στην πορεία τους

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.