ραδιοπειρατής


ραδιοπειρατής
Προφορά

Ετυμολογία
ραδιοπειρατής ράδιο- + πειρατής

Ερμηνεία
ουσιαστικό
αρσενικό┘ ο ραδιοπειρατής

✦ ο κάτοχος παράνομου ραδιοφωνικού πομπού

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.