ράλι


ράλι
Προφορά

Ετυμολογία
ράλι └αγγλ┘to rally (= συναρπάζω)

Ερμηνεία
ουσιαστικό
άκλιτο┘ το ράλι

✦ αγώνας ταχύτητας αυτοκινήτων σε μεγάλες διαδρομές

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.