πολυθεσίτης


πολυθεσίτης
Προφορά

Ετυμολογία
πολυθεσίτης πολυθεσία

Ερμηνεία
ουσιαστικό
αρσενικό┘ ο πολυθεσίτης

✦ θηλ. πολυθεσίτισσα ο κάτοχος πολλών θέσεων εργασίας σε δημόσιους ή άλλους οργανισμούς

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.