πολυάγκιστρο


πολυάγκιστρο
Προφορά

Ετυμολογία
πολυάγκιστρο αρχαία ελληνική πολυάγκιστρον, └ουδ┘ του επιθέτου πολυάγκιστρος

Ερμηνεία
ουσιαστικό
ουδέτερο το πολυάγκιστρο

✦ αλιευτικό όργανο με πολλά άγκιστρα, το παραγάδι

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.