πολυΐστωρ


πολυΐστωρ
Προφορά

Ετυμολογία
πολυΐστωρ αρχαία ελληνική πολυΐστωρ

Ερμηνεία
πολυΐστωρ

✦ -ορος (ο, η) επίθ. αυτός που γνωρίζει πολλά, πολυμαθής, πολύξερος

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.