πολιτισμένος


πολιτισμένος
Προφορά

Ετυμολογία
πολιτισμένος μτχ. παθ. πρκμ. του ρήματος πολιτίζω

Ερμηνεία
επίθετο┘ πολιτισμένος -η, -ο

✦ ο προηγμένος σε πολιτισμό, προοδευμένος

Συνώνυμα

Αντίθετα
βάρβαρος, απολίτιστος
Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.