ποδοβολώ


ποδοβολώ
Προφορά

Ετυμολογία
ποδοβολώ πόδι + αρχαία ελληνική κατάλ. -βολῶ

Ερμηνεία
ποδοβολώ

✦ -άς, -ά κ. -είς, -εί ρ. (για πλήθος ανθρώπων ή ζώων, ιδ. αλόγων) κροτώ με το βάδισμα ή το τρέξιμο

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.