πικροθάλασσα


πικροθάλασσα
Προφορά

Ετυμολογία
πικροθάλασσα πικρός + θάλασσα

Ερμηνεία
ουσιαστικό
θηλυκό┘ η πικροθάλασσα

(μτφ. ) ως επίθ. της θάλασσας, που ποτίζει με πίκρες, που φαρμακώνει ανθρώπους: θάλασσα πικροθάλασσα και πικροκυματούσα (δημ. τραγ.)

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.