πιθηκισμός


πιθηκισμός
Προφορά

Ετυμολογία
πιθηκισμός πιθηκίζω

Ερμηνεία
ουσιαστικό
αρσενικό┘ ο πιθηκισμός

✦ η τάση μιμήσεως της συμπεριφοράς, της έκφρασης άλλων, μαϊμουδισμός

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.