πιανίστρια


πιανίστρια
Προφορά

Ετυμολογία
πιανίστρια └ιταλ┘pianista

Ερμηνεία
ουσιαστικό
αρσενικό┘ ο πιανίστρια

✦ θηλ. πιανίστα κ. πιανίστρια ο καλλιτέχνης του πιάνου, αυτός που παίζει πιάνο

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.