πηκτικός


πηκτικός
Προφορά

Ετυμολογία
πηκτικός μεταγενέστερη ελληνική πηκτικός

Ερμηνεία
επίθετο┘ πηκτικός -ή, -ό

✦ που ανήκει ή αναφέρεται στην πήξη
✦ που προκαλεί ή υφίσταται πήξη: (χημ.) πηκτικές ουσίες – ενώσεις

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.