παραλού


παραλού
Προφορά

Ετυμολογία
παραλού └τουρκ┘paralι

Ερμηνεία
ουσιαστικό
αρσενικό┘ ο παραλού

✦ θηλ. παραλίδισσα κ. παραλού πλούσιος, που έχει πολλά χρήματα

Συνώνυμα
λεφτάς
Αντίθετα
αδέκαρος, φτωχαδάκι
Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.