παντρεμένος


παντρεμένος
Προφορά

Ετυμολογία
παντρεμένος μτχ. παθ. πρκμ. του ρήματος παντρεύομαι

Ερμηνεία
παντρεμένος

✦ -η, -ο μτχ. ως επίθ. αυτός που έχει παντρευτεί

Συνώνυμα

Αντίθετα
ανύπαντρος, ελεύθερος
Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.