οψιμάθεια


οψιμάθεια
Προφορά

Ετυμολογία
οψιμάθεια οψιμαθής

Ερμηνεία
ουσιαστικό
θηλυκό┘ η οψιμάθεια

✦ μάθηση που αποκτήθηκε αργά, σε προχωρημένη ηλικία

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.