οχετός


οχετός
Προφορά

Ετυμολογία
οχετός αρχαία ελληνική ὀχετός

Ερμηνεία
ουσιαστικό
αρσενικό┘ ο οχετός

✦ αυλάκι ή υπόγεια σήραγγα διοχετεύσεως νερών, υπόνομος
✦ βόθρος
✦ (μτφ. για πρόσ.) αυτός που βωμολοχεί

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.