οστρακοφόρος


οστρακοφόρος
Προφορά

Ετυμολογία
οστρακοφόρος όστρακον + φέρω

Ερμηνεία
επίθετο┘ οστρακοφόρος -α, -ο

✦ που έχει περίβλημα από όστρακο

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.