οστίτης


οστίτης
Προφορά

Ετυμολογία
οστίτης μεταγενέστερη ελληνική ὀστίτης

Ερμηνεία
ουσιαστικό
αρσενικό┘ ο οστίτης

✦ ο του οστού
✦ οστίτης ιστός, ο ιστός από τον οποίο αποτελούνται τα οστά

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.