οσπριοφάγος


οσπριοφάγος
Προφορά

Ετυμολογία
οσπριοφάγος όσπριον + τρώγω

Ερμηνεία
επίθετο┘ οσπριοφάγος -ος, -ο

✦ ο τρεφόμενος κυρίως με όσπρια

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.