ορθοτόμος


ορθοτόμος
Προφορά

Ετυμολογία
ορθοτόμος μεταγενέστερη ελληνική ὀρθοτόμος

Ερμηνεία
επίθετο┘ ορθοτόμος -ος, -ο

✦ αυτός που τέμνει σε ευθεία ή κάθετη γραμμή
(μτφ. ) αυτός που ερμηνεύει ορθά ένα δόγμα

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.