οπότε


οπότε
Προφορά

Ετυμολογία
οπότε αρχαία ελληνική ὁπόταν, με επίδραση του ἄτε

Ερμηνεία
επίρρημα οπότε

✦ κ. σύνδ. όποτε (βλ. λ.)
✦ στην περίπτωση αυτή: θα δεις πώς είναι τα πράγματα, οπότε αποφασίζεις

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.