οξύινος


οξύινος
Προφορά

Ετυμολογία
οξύινος μεταγενέστερη ελληνική ὀξύινος

Ερμηνεία
οξύινος

✦ -ινη, -ινο επίθ. (Κ -ίνη, -ινον) ο κατασκευασμένος από ξύλο οξιάς, οξένιος

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.