οξυγναθισμός


οξυγναθισμός
Προφορά

Ετυμολογία
οξυγναθισμός οξύγναθος

Ερμηνεία
ουσιαστικό
αρσενικό┘ ο οξυγναθισμός

✦ το χαρακτηριστικό γνώρισμα του οξύγναθου, του ατόμου που έχει μυτερό πιγούνι

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.