οντολογισμός


οντολογισμός
Προφορά

Ετυμολογία
οντολογισμός ον + λέγω

Ερμηνεία
ουσιαστικό
αρσενικό┘ ο οντολογισμός

✦ θεωρία κατά την οποία η άμεση και η απευθείας γνώση του Θεού είναι φυσική στον άνθρωπο

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.