
ονομάζω
Προφορά
Ετυμολογία
ονομάζω αρχαία ελληνική ὀνομάζω
Ερμηνεία
└ρήμα┘ ονομάζω
✦ δίνω όνομα σε κάποιον ή σε κάτι, ονοματίζω
✦ καλώ κάποιον με το όνομά του
✦ αναφέρω το όνομα, κατονομάζω
✦ χαρακτηρίζω
✦ δίνω σε κάποιον τίτλο ή αξίωμα, διορίζω
Συνώνυμα
–
Αντίθετα
–
Επιρρήματα
–