ομόψηφος


ομόψηφος
Προφορά

Ετυμολογία
ομόψηφος αρχαία ελληνική ὁμόψηφος

Ερμηνεία
επίθετο┘ ομόψηφος -η, -ο

✦ που έχει την ίδια γνώμη ή ψήφο, που ψηφίζει τα ίδια με άλλον
✦ που αποφασίστηκε με τη σύμφωνη γνώμη όλων, με κοινή ψήφο

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.