ομφαλεπίδεσμος


ομφαλεπίδεσμος
Προφορά

Ετυμολογία
ομφαλεπίδεσμος ομφαλός + επίδεσμος

Ερμηνεία
ουσιαστικό
αρσενικό┘ ο ομφαλεπίδεσμος

✦ ειδικός επίδεσμος για την ομφαλοκήλη
✦ επίδεσμος που τοποθετείται στον ομφαλό νεογνού

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.