ομπλιγκάτο


ομπλιγκάτο
Προφορά

Ετυμολογία
ομπλιγκάτο └ιταλ┘obbligato (= υποχρεωτικό)

Ερμηνεία
ομπλιγκάτο

✦ άκλ. (μουσ.) ένδειξη που καθιστά υποχρεωτική την εκτέλεση συνοδευτικών μερών μιας σύνθεσης (διαφορετικά θα ήταν προαιρετική)

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.