ολκή


ολκή
Προφορά

Ετυμολογία
ολκή αρχαία ελληνική ὁλκή

Ερμηνεία
ουσιαστικό
θηλυκό┘ η ολκή

✦ έλξη, τράβηγμα
✦ διαμέτρημα πυροβόλου
✦ (μτφ. φρ.) μεγάλης ολκής, μεγάλης αξίας ή ικανότητας

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.