οκνεύω


οκνεύω
Προφορά

Ετυμολογία
οκνεύω οκνός

Ερμηνεία
ρήμα οκνεύω

✦ κυριεύομαι από ραθυμία, τεμπελιάζω: και στην Συρία ξέπεσε, μες στο παλάτι του Δημητρίου να διασκεδάζει και να οκνεύει (Κ. Καβάφης)
✦ βαριέμαι

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.