οδονταλγία


οδονταλγία
Προφορά

Ετυμολογία
οδονταλγία μεταγενέστερη ελληνική ὀδονταλγία

Ερμηνεία
ουσιαστικό
θηλυκό┘ η οδονταλγία

✦ πόνος των δοντιών, πονόδοντος

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.