οδομετρία


οδομετρία
Προφορά

Ετυμολογία
οδομετρία οδόμετρον

Ερμηνεία
ουσιαστικό
θηλυκό┘ η οδομετρία

✦ η μέτρηση με οδόμετρο αποστάσεως που διανύθηκε

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.