οδοκαθαριστής


οδοκαθαριστής
Προφορά

Ετυμολογία
οδοκαθαριστής οδός + καθαριστής

Ερμηνεία
ουσιαστικό
αρσενικό┘ ο οδοκαθαριστής

✦ ο καθαριστής των δρόμων, σκουπιδιάρης

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.